Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεταλλαγμένα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεταλλαγμένα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 30 Απριλίου 2010

Μεταλλαγμένα: Για ποιον χτυπάει η... πατάτα;

Η Ε.Ε. είπε «ναι» στη μεταλλαγμένη πατάτα. Η Ελλάδα θα καταφέρει να πει «όχι»;

Της ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΜΑΝΔΡΑΚΟΥ, ΟΙΚΟ - εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 
Η Ε.Ε. είπε «ναι» στην καλλιέργεια της γενετικά τροποποιημένης πατάτας Amflora. Η Ελλάδα συνεχίζει να αντιστέκεται. Θα καταφέρει η χώρα μας να αφήσει έξω από τα σύνορά της τη νέα πατάτα της BASF; Μπορεί η Amflora να μην προορίζεται για βρώση, αλλά για βιομηχανική χρήση, όμως παραμένουν σοβαρά ερωτηματικά ως προς τους κινδύνους που μπορεί να εγκυμονεί για τον άνθρωπο και το περιβάλλον, καθώς και το ποια «παραθυράκια» μπορεί να ανοίξουν στην πορεία, που θα τη φέρουν στο... πιάτο μας.Το όνομά της μας... γυροφέρνει από το 1996. Πλασαρίστηκε ως το προϊόν «πράσινης» τεχνολογίας, που θα μπορούσε να γλιτώσει τις βιομηχανίες οικοδομικών υλικών από τη σπατάλη νερού και ενέργειας. Βλέπετε, η γενετικά τροποποιημένη πατάτα Amflora της γερμανικής εταιρείας BASF, την καλλιέργεια της οποίας ενέκρινε πρόσφατα η Ε.Ε. με συνοπτικές διαδικασίες, δεν είναι βρώσιμη. Προορίζεται κατά κύριο λόγο για βιομηχανική χρήση, θα χρησιμοποιηθεί για να παρασκευαστούν κόλλες και βερνίκια, αλλά και για ζωοτροφές και λιπάσματα. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της είναι το εξής: Σε αντίθεση με τις συμβατικές πατάτες, που περιέχουν δύο τύπους υδατάνθρακα (την αμυλόζη και την αμυλοπηκτίνη), στην Amflora έχει εξουδετερωθεί το γονίδιο που παράγει την αμυλόζη, με αποτέλεσμα να αποτελείται κατά 99% από αμυλοπηκτίνη. Ο συγκεκριμένος τύπος αμύλου είναι χρήσιμος στην οικοδομική βιομηχανία, καθώς βελτιώνει τις ιδιότητες της κόλλας και των δομικών υλικών. Αυτό δεν σημαίνει ότι και η συμβατική πατάτα δεν μπορεί να κάνει την ίδια δουλειά (όπως εξάλλου την έκανε μέχρι τώρα). Η διαφορά είναι πως η Amflora απαλλάσσει από την κοστοβόρα διαδικασία του διαχωρισμού των δύο ουσιών.
Περί αυτού πρόκειται λοιπόν: μια βολική λύση για πιο φθηνή παρασκευή δομικών υλικών, με τίμημα τους άγνωστους κινδύνους που μπορεί να εγκυμονεί το νέο προϊόν για τον άνθρωπο και το περιβάλλον - οι οποίοι δεν είναι λίγοι. Γι' αυτό, ίσως, και η αίτηση για την καλλιέργειά της σε ευρωπαϊκά χωράφια παρέμενε στο συρτάρι επί δεκατέσσερα χρόνια, ώσπου τη «θυμήθηκε» τον περασμένο Φεβρουάριο ο επίτροπος Υγείας και Πολιτικής Καταναλωτών Τζον Ντάλι, σε συνεργασία με τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζοζέ Μπαρόζο. Ενεργοποιώντας την αποκαλούμενη «γραπτή διαδικασία», κατά την οποία τα μέλη της Επιτροπής καλούνται να υποβάλουν απλώς γραπτά σχόλια με τις αντιρρήσεις ή τις διαφωνίες τους, εν προκειμένω μέσα σε ελάχιστες εργάσιμες ημέρες, πέτυχε με συνοπτικές διαδικασίες στις 2 Μαρτίου την έγκριση καλλιέργειάς της εντός της Ε.Ε. Οσο για τις επιστημονικές ενδείξεις που θέτουν σοβαρά ερωτηματικά ως προς τους κινδύνους, η Επιτροπή προφανώς επέλεξε να τις αγνοήσει. Και μας το σέρβιρε από την πίσω πόρτα.
Θα τη φάμε;
Αμεσα λοιπόν δεν θα φτάσει στο πιάτο μας. Ομως, υπάρχουν και τα... παραθυράκια. «Αν καλλιεργηθεί και αρχίσει να επιμολύνει τις γειτονικές φυτείες συμβατικής καλλιέργειας μέσω επικονίασης, είναι ένα θέμα. Αυτήν τη στιγμή η Amflora προορίζεται για βιομηχανική χρήση, αλλά δεν ξέρουμε τι άλλο θα ακολουθήσει. Δεν απαντιέται ξεκάθαρα αν θα τη φάμε ή όχι», εξηγεί η κ. Ελενα Δανάλη, υπεύθυνη της εκστρατείας της Greenpeace κατά των μεταλλαγμένων. «Εξάλλου, η Amflora προορίζεται και για ζωοτροφές. Είτε πιει κανείς γάλα από αγελάδα είτε φάει αυγό από κοτόπουλο που έχουν εκτραφεί με γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς, δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς μπορεί να συμβεί.
Και εφόσον δεν το γνωρίζουμε και δεν μπορεί να διασφαλιστούν με βεβαιότητα οι συνέπειες, η Amflora δεν έχει θέση στις ευρωπαϊκές καλλιέργειες». Η Ελλάδα πάντως, σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, δεν θα επιτρέψει την καλλιέργεια της μεταλλαγμένης πατάτας. «Η πρόθεσή μας είναι να ενεργοποιήσουμε νομικές ρήτρες που θα απαγορεύουν την καλλιέργεια της Amflora, όπως προβλέπεται από τις ευρωπαϊκές οδηγίες 2002/53 και 2001/18, καταθέτοντας επιστημονική τεκμηρίωση που δικαιολογεί την απόφασή μας. Εχουμε εφαρμόσει και στο παρελθόν αντίστοιχη διαδικασία», σημειώνει η κ. Γεωργία Μπαζώτη, γενική γραμματέας Αγροτικής Πολιτικής και Διεθνών Σχέσεων.
Την εθνική πρωτοβουλία «χαιρέτισε» και η Ελληνίδα επίτροπος Θαλασσίων Υποθέσεων και Αλιείας κ. Μαρία Δαμανάκη, που ωστόσο προηγουμένως είχε συναινέσει στην αδειοδότηση της Amflora παρά τη σταθερή θέση της κατά των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών. Και αυτό με το επιχείρημα ότι η καλλιέργεια της ' πατάτας της BASF δεν επιβάλλεται στα κράτη-μέλη, αλλά ότι τα εθνικά κοινοβούλια έχουν την ευχέρεια να αποφασίσουν για το αν θα την επιτρέψουν ή όχι. Η ουσία πάντως είναι ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε μια αμφιλεγόμενη καλλιέργεια, τη στιγμή που οι Ευρωπαίοι αγρότες γυρίζουν επιδεικτικά την πλάτη τους στα μεταλλαγμένα· σύμφωνα με έκθεση της Greenpeace, μέσα στο 2009 η καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένου καλαμποκιού μειώθηκε κατά 11%.
Οι κίνδυνοι από μια παράνομη(!) καλλιέργεια
Δεν είναι όμως αυτά τα μοναδικά αγκάθια της ιστορίας. Η μεταλλαγμένη πατάτα της BASF περιέχει γονίδιο ανθεκτικότητας σε δύο αντιβιοτικά, την καναμυκίνη και τη νεομυκίνη. Το 2001, η Ε.Ε. ζητούσε με νόμο, που θέσπισε, την απόσυρση ώς το 2004 από τα μεταλλαγμένα των γονιδίων που είναι ανθεκτικά σε αντιβιοτικά και μπορούν να απειλήσουν την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον. Εννέα χρόνια αργότερα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτίμησε να μην το λάβει υπόψη της και να δώσει το πράσινο φως για την καλλιέργεια της Amflora. «Οποιοσδήποτε προσφύγει στα δικαστήρια κατά της απόφασης της επιτροπής θα δικαιωθεί, γιατί, σύμφωνα με τη σχετική ευρωπαϊκή οδηγία, η αδειοδότηση είναι παράνομη», τονίζει ο κ. Δημήτρης Κουρέτας, καθηγητής στο Τμήμα Βιοχημείας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.
«Η BASF θα πρέπει να τεθεί υπό νομική και επιστημονική διαβούλευση για το κατά πόσον έχει ευθύνη και τι ευθύνη ακριβώς για το περιβαλλοντικό ρίσκο που παίρνουμε με την καλλιέργεια της συγκεκριμένης πατάτας στην Ευρώπη. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα επιστημονικού ινστιτούτου από το Μπραουντσβάιχ της Γερμανίας, το γονίδιο ανθεκτικότητας της Amflora στην καναμυκίνη μεταφέρεται σε μικρόβια του εδάφους, με αποτέλεσμα την ενδεχόμενη ανθεκτικότητα αυτών των μικροβίων, που θα μπορούσε να επηρεάσει τα ζώα και το περιβάλλον», λέει ο κ. Κουρέτας.
«Γιατί τα μικρόβια αυτά μπορεί να μεταφερθούν στα ζώα που διαβιούν στην περιοχή ή τρώνε παραπροϊόντα της εν λόγω πατάτας, για παράδειγμα ζωοτροφές. Θα πει κανείς ότι, και αν ένα ζώο δεν το «πιάνει» αυτό το αντιβιοτικό, θα το «πιάσει» κάποιο άλλο. Δεν είναι όμως αυτό το θέμα. Οταν δημιουργείς έναν φυσικό πληθυσμό βακτηρίων ανθεκτικό σε ένα αντιβιοτικό, δεν ξέρεις πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Δεν γνωρίζεις πού θα πάει αυτή η μικροβιακή κοινότητα, πού θα μεταφερθεί και πού θα μεγαλώσει. Αφενός λοιπόν πρόκειται για έναν υπαρκτό κίνδυνο, αφετέρου για μια απόφαση που καταστρατηγεί την αρχή της προφύλαξης». Πλην των άλλων, η πατάτα ως καλλιέργεια παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα. Η γεωργική πρακτική έχει δείξει ότι οι κόνδυλοί της δεν βγαίνουν ποτέ όλοι όταν ο αγρότης μαζεύει τη σοδειά του. Ορισμένοι παραμένουν στο έδαφος, αποτελώντας πρόβλημα για την επόμενη χρονιά, όταν ο παραγωγός, αντί της μεταλλαγμένης, σπείρει συμβατική πατάτα. Συνεπώς, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος...
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ AMFLORA
ΟΝΟΜΑ: Amflora
ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗΣ: BASF
ΕΤΟΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ: Η πρώτη αίτηση για έγκριση της καλλιέργειάς της κατατέθηκε το 1996.
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΓΚΡΙΣΗΣ: 2 Μαρτίου 2010
ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ: Σε αντίθεση με τη συμβατική πατάτα, που παράγει δύο τύπους αμύλου, την αμυλόζη και την αμυλοπηκτίνη, στην Amflora το γονίδιο που παράγει αμυλόζη έχει εξουδετερωθεί, με αποτέλεσμα να αποτελείται κατά 99% από αμυλοπηκτίνη (70% - 80% η συμβατική πατάτα αντίστοιχα).
ΧΡΗΣΕΙΣ: Στη βιομηχανία (για την παραγωγή κόλλας, βερνικιών, δομικών υλικών). Επίσης, για παρασκευή ζωοτροφών και λιπασμάτων.
ΚΙΝΔΥΝΟΙ: Περιέχει γονίδιο ανθεκτικότητας σε δύο αντιβιοτικά, την καναμυκίνη και τη νεομυκίνη, που μπορεί να μεταφερθεί σε μικρόβια του εδάφους, επηρεάζοντας τα ζώα που διαβιούν στην περιοχή αλλά και το περιβάλλον. Οπως ισχύει με όλους τους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς, η Amflora ενδέχεται επίσης να επιμολύνει τις γειτονικές συμβατικές καλλιέργειες. Κατά τη συγκομιδή της πατάτας, μερικοί κόνδυλοι παραμένουν στο έδαφος. Αν έπειτα από 1 - 2 χρόνια ο αγρότης, αντί για μεταλλαγμένη, σπείρει συμβατική, δεν θα είναι δυνατόν να αποφευχθούν οι προσμείξεις.


ΠΩΣ ΦΤΑΣΑΜΕ ΩΣ ΕΔΩ
Το ότι -δυστυχώς κάποιες φορές- ο επιμένων νικά φαίνεται πως ισχύει στην περίπτωση της «καυτής» πατάτας Amflora. Η πρώτη κρούση για έγκριση της καλλιέργειάς της έγινε το 1996 από τη σουηδική εταιρεία Amylogene, η οποία στη συνέχεια παρέδωσε τα σκήπτρα στη γερμανική BASF. Το 2003, η BASF καταθέτει εκ νέου αίτηση για την αδειοδότηση της μεταλλαγμένης πατάτας στη Σουηδία, αποσπώντας τον Απρίλιο του 2004 τη θετική γνωμοδότηση της Σουηδικής Επιτροπής Ανταγωνισμού. Οι αντίστοιχες επιτροπές άλλων κρατών-μελών εκφράζουν επιφυλάξεις. Στο μεταξύ, το θέμα πηγαινοέρχεται στις Βρυξέλλες, με τα κράτη-μέλη να μην μπορούν να συμφωνήσουν.
Το Φεβρουάριο του 2008, το Συμβούλιο Υπουργών Γεωργίας της Ε.Ε. αδυνατεί να αποφανθεί επί της πρότασης έγκρισης της καλλιέργειας της Amflora, που είχε υποβάλει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, και το θέμα επιστρέφει στην Κομισιόν. Το καλοκαίρι του 2009, η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων (EFSA), που συνήθως υποστηρίζει τα μεταλλαγμένα, γνωμοδοτεί μεν υπέρ της πατάτας της BASF, όμως κατόπιν πρωτοφανών διαφωνιών, σημειώνοντας ότι «δεν είναι πιθανό» η ανθεκτικότητά της σε αντιβιοτικά να αποτελεί κίνδυνο για την υγεία των πολιτών και για το περιβάλλον. Δεν είναι δηλαδή και απίθανο.
Παρ' όλα αυτά, δεν περνά λίγος καιρός από την ανάληψη καθηκόντων της νέας Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις αρχές του χρόνου και ο Ζοζέ Μπαρόζο, διά στόματος του Μαλτέζου επιτρόπου Τζον Ντάλι, επαναφέρει το θέμα. Επικαλούμενος τη θετική γνωμοδότηση της EFSA, ο Ντάλι «πιάνει» τα μέλη της Κομισιόν στον ύπνο, καθώς, αντί να ακολουθήσει τη συνήθη και προβλεπόμενη διαδικασία διαβούλευσης με το Κολέγιο των Επιτρόπων, ζητά απλώς τα γραπτά τους σχόλια μέσα σε λίγες ημέρες. Οχι βέβαια πως αυτό αποτελεί άλλοθι ούτε είναι λόγος λήψης μιας τόσο σημαντικής απόφασης. Πρόκειται μάλιστα για την πρώτη καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένων οργανισμών που επιτρέπεται στην Ε.Ε. μετά το 1998, και μάλιστα με αυτό τον... ύπουλο τρόπο. «Καμία διαδικασία, όσο σκοτεινή ή γραφειοκρατική και αν είναι, δεν δικαιολογεί μια τέτοια έγκριση, δεδομένης της αντίστασης των Ευρωπαίων καταναλωτών στα μεταλλαγμένα», παρατηρεί η κ. Δανάλη. «Αποστολή της επιτροπής είναι να προστατεύει το περιβάλλον και την υγεία των πολιτών και όχι να προωθεί αμφιβόλου τεχνολογίας καλλιέργειες και προϊόντα».

Μεταλλαγμένα στην Ινδία: Τo βαμβάκι σκοτώνει τους αγρότες

Με τους αυτόχειρες να πλησιάζουν τους 200.000 σε μία δεκαετία, μια γενοκτονία νέας μορφής, με θύματα αποκλειστικά αγρότες, μαστίζει την Ινδία. Ηθικός αυτουργός: οι σπόροι γενετικώς τροποποιημένου βαμβακιού της Mονσάντο, που μόλυναν χωράφια και κατέστρεψαν σοδειές, οδηγώντας τους εξαθλιωμένους από τα χρέη βαμβακοκαλλιεργητές στο απονενοημένο διάβημα
Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΦΩΤΙΑΔΗ, φωτογραφίες: FLORIAN GAVRIEL & VERENA HANSCHKE/LAIF/IML, ΟΙΚΟ - εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 
O Vinod ήταν ένας έμπειρος γεωργός στο χωριό Μποτοντάμ, που καλλιεργούσε για χρόνια βαμβάκι. Θα μπορούσε ίσως να συνεχίζει να είναι ένας επιτυχημένος επαγγελματίας και οικογενειάρχης, αν οι συνάδελφοί του στα γειτονικά χωράφια  δεν άρχιζαν να καλλιεργούν γενετικώς τροποποιημένο (Γ.Τ.) βαμβάκι. Μοιραία, οι καλλιέργειές του επιμολύνθηκαν από μια «παράξενη ασθένεια» και ο ίδιος δεν ήξερε πώς να το αντιμετωπίσει. Ετσι, δανείστηκε χρήματα για να αγοράσει και εκείνος τον περίφημο σπόρο βαμβακιού BT Cotton της Monsanto (Μονσάντο). Το 2003 η σοδεία του πήγε «άπατη» και αυτοκτόνησε στα 40 του χρόνια. Η γυναίκα του αντιμετωπίζει το κοινωνικό στίγμα και ταυτοχρονα μεγαλώνει σήμερα τα πέντε παιδιά τους με ημερήσιο εισόδημα 0,6 ευρώ. «Ντρέπομαι για ό,τι μας συνέβη, αλλά καταλαβαίνω τον πατέρα μου», λέει ο 17χρονος γιος του, Rajkumar, που έμεινε ορφανός στα 11 του. Ο νεαρός Ινδός ξυπνάει κάθε μέρα στις 5.30 το πρωί και περπατάει μέχρι το σχολείο του. «Θέλω να γίνω δάσκαλος, θέλω να κάνω κάτι για τη μητέρα μου και να διασώσω την υπόληψη της οικογένειάς μου», δηλώνει. Η αυτοκτονία του Vinod δεν αποτελεί, δυστυχώς, μεμονωμένη περίπτωση: υπολογίζεται ότι από το 1998 έως και το 2008 έχουν προχωρήσει στο απονενοημένο διάβημα περίπου 200.000 αγρότες (στην πλειονότητα βαμβακοκαλλιεργητές) στην κεντρική Ινδία.
«Κάθε μέρα πάνω από τρεις αγρότες αυτοκτονούν πίνοντας φυτοφάρμακο, πηδώντας σε ορμητικά ποτάμια, κρεμώμενοι από δέντρα ή αυτοπυρπολούμενοι», είχε δηλώσει παλαιότερα σε συνέντευξή της η Vandana Shiva (Βαντάνα Σίβα), διεθνώς αναγνωρισμένη φυσικός και ακτιβίστρια. Το 2002 ήταν η χρονιά-σταθμός, οπότε και επίσημα άρχισε η καλλιέργεια γενετικώς τροποποιημένου βαμβακιού. «Στο διάστημα 2002 - 2007 υπολογίζουμε ότι ένας αγρότης κάθε τριάντα λεπτά αυτοκτονούσε», συμπληρώνει o P. Sainath, βραβευμένος Ινδός δημοσιογράφος που ασχολείται με τα αγροτικά θέματα. Η κατάσταση μέχρι σήμερα δεν έχει αλλάξει, απλώς δεν υπάρχουν ακόμα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία λόγω του μεγάλου πληθυσμού της χώρας. «Οι αυτοκτονίες, στην πραγματικότητα, είναι περισσότερες», τονίζει ο δημοσιογράφος στο ΟΙΚΟ και προσθέτει: «Υπάρχουν και χιλιάδες αγρότισσες αυτόχειρες, οι οποίες λόγω εθιμικού δικαίου δεν είναι ιδιοκτήτριες γης και επομένως δεν θεωρούνται αγρότισσες, γι' αυτό και δεν καταγράφονται». Δεν είναι, άλλωστε, λίγα και τα ζευγάρια που πέρασαν μαζί στην... άλλη πλευρά.
Ασύλλυπτη τραγωδία
«Στην ιστορία της Ινδίας ποτέ δεν είχαμε κύματα αυτοκτονιών· αυτό το φαινόμενο εμφανίστηκε την τελευταία δεκαετία με την παγκοσμιοποίηση της αγοράς. Μεταξύ άλλων, απελευθερώθηκε και η πώληση σπόρων, με συνέπεια να επιτρέπεται σε εταιρείες, όπως η Cargill και η Moνσάντο, να πωλούν ανεξέλεγκτα σπόρους που δεν είχαν αποδειχτεί ασφαλείς... Αλλά αυτά σχετίζονται με μια νεοφιλελεύθερη πολιτική», σχολιάζει ο κ. Sainath. «Δυστυχώς, είχαμε δεκάδες χιλιάδες αυτοκτονίες αγροτών και πριν από την έναρξη των γενετικώς τροποποιημένων καλλιεργειών στην πατρίδα μου», διευκρινίζει. Η αγροτική πολιτική στην Ινδία τα τελευταία είκοσι χρόνια ήταν τόσο αντιλαϊκή, που στο διάστημα 1991 - 2001, 8 εκατομμύρια αγρότες εγκατέλειψαν το επάγγελμα. Το σύστημα άρδευσης άρχισε να ιδιωτικοποιείται, οι επενδύσεις στην ύπαιθρο μειώθηκαν. Πολλές τράπεζες έκλειναν τα υποκαταστήματά τους εκεί, δυσχεραίνοντας το δανεισμό και ωθώντας τους παραγωγούς σε τοκογλύφους. Οι βαμβακοκαλλιεργητές, ωστόσο, υπήρξαν ανέκαθεν οι πλέον αδικημένοι μεταξύ των αγροτών. «Η πλειονότητά τους, που δραστηριοποιούνταν σε φτωχές και άνυδρες περιοχές της χώρας, δεν τύγχανε της ίδιας πολιτικής στήριξης με τους παραγωγούς ζαχαροκάλαμου», περιγράφει. Ετσι, «εγκλωβίστηκαν στη μεταβλητότητα των διεθνών τιμών και είδαν το κόστος παραγωγής τους να εκτοξεύεται στα ύψη». Το 1991, η τιμή για ένα κιλό σπόρους ήταν 9 ρουπίες (0,166 ευρώ) και το 2004 οι γεωργοί πλήρωναν για 450 γραμμάρια σπόρο BT Cotton 1.650 με 1.800 ρουπίες (30,46 με 33,23 ευρώ).

«Η κρατική παρέμβαση που συγκράτησε την τιμή ήλθε πολύ αργά. Η ζημιά είχε ήδη γίνει», σχολιάζει ο Ινδός δημοσιογράφος. Η Ινδία έχει παράδοση στην καλλιέργεια βαμβακιού - μετά την Κίνα είναι η δεύτερη παραγωγός χώρα παγκοσμίως. Τη δεκαετία του '80, οι αγρότες δελεάστηκαν από τα πολλά υποσχόμενα υβρίδια, τα οποία πολλοί εισήγαγαν στις καλλιέργειες βαμβα- κιού. Το 1998, η Μονσάντο αρχίζει συνεργασία με την ινδική Mohyco με στόχο τη δημιουργία και την προώθηση στην αγορά Γ.Τ. βαμβακιού. Πολλές εγχώριες εταιρείες έσπευσαν να συνεργαστούν με τον αμερικανικό κολοσσό, ενώ οι διαφημιστικές «επιστράτευσαν» το βαρύ πυροβολικό τους: οι Ινδοί βομβαρδίστηκαν από όλα τα Μέσα με σποτ όπου πρωταγωνιστούσαν αγαπημένοι ηθοποιοί του Μπόλιγουντ. Τους έταζαν μεγαλύτερη σοδειά με λιγότερο νερό και ελάχιστους εχθρούς. «Spay less, profit more-Monsanto seeds», ευαγγελιζόταν ένα από τα πολλά διαφημιστικά σλόγκαν. Τι άλλο να ονειρεύεται ένας αγρότης; Στην επίσημη σελίδα του Foundation for Biotechnology Awareness and Education, γίνεται διθυραμβική αναφορά στην επιτυχία του BT Cotton στην Ινδία: τα τρία αρχικά υβρίδια του BT Cotton το 2002 έγιναν 131 το 2007 και η σοδειά του αγρότη αυξήθηκε κατά 46%! Η Vandana Shiva χαρακτηρίζει το όλο σχέδιο ως τη «μεγαλύτερη επιστημονική απάτη» που έπληξε ποτέ την πατρίδα της… '
Σπόροι και φυτοφάρμακα
«Το υψηλό κόστος των σπόρων συνδέεται με το υπέρογκο κόστος των φυτοφαρμάκων, γιατί αυτού του είδους οι σπόροι χρειάζονται χημικά», επισημαίνει η κάτοχος του εναλλακτικού Νομπέλ Ειρήνης το 1993. «Επιπλέον, οι ακριβοί αυτοί σπόροι πρέπει να αγοράζονται κάθε χρόνο, γιατί είναι έτσι σχεδιασμένοι, ώστε να μην επαναχρησιμοποιούνται/αναπαράγονται», συμπληρώνει. Σε περίπτωση που ένας αγρότης αλλάξει γνώμη, δεν μπορεί να κάνει αγρανάπαυση και να επανέλθει στην παλιά «συμβατική» του καλλιέργεια. «Με την καλλιέργεια του BT Cotton εμφανίστηκαν νέες ασθένειες στο βαμβάκι, που εδώ και 300 χρόνια δεν τις ξέραμε», καταγγέλλει ο Ram Kalaspurka. «Aυτές οι ασθένειες σκότωσαν κάποια είδη δέντρων όπως τα μάνγκο και τις λεμονιές».
Ο ίδιος, πρόεδρος του Οrganic Cotton Association, είναι πεπεισμένος πως οι Γ.Τ. σπόροι έχουν εισέλθει ευρέως στην αγροτική παραγωγή της Ινδίας. Προ ολίγων ημερών, ωστόσο, και ενώ οι Ινδικές Ρυθμιστικές Αρχές τον Οκτώβριο του 2009 είχαν δώσει το «πράσινο» φως για την καλλιέργεια μιας μεταλλαγμένης μελιτζάνας, της λεγόμενης BT brinjal της Mονσάντο, ο υπουργός Περιβάλλοντος Ζαϊράμ Ράμες αποφάσισε να επιβάλει μορατόριουμ στην κυκλοφορία της. Αρχισαν άραγε οι «προύχοντες» της Ινδίας να λαμβάνουν το «μήνυμα»; Το σχέδιο, που είχε ήδη ξεκινήσει να εφαρμόζεται πειραματικά, δέχτηκε σφοδρή κριτική από περιβαλλοντικές οργανώσεις, αριστερούς πολιτικούς και σκληροπυρηνικούς ινδουιστές, προς το παρόν πάντως έχει παγώσει: «Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να υπάρξει βιασύνη. Το μορατόριουμ θα συνεχιστεί όσο χρειάζεται, προκειμένου να εδραιωθεί η εμπιστοσύνη του κοινού, κατέληξε ο Ράμες.
Θύτες και θύματα
Πολλοί χαρακτηρίζουν το φαινόμενο των μαζικών αυτοκτονιών σαν μια γενοκτονία νέας μορφής, που μαστίζει τις αγροτικές περιοχές της χώρας όπου ζει το 70% του πληθυσμού της. Σύμφωνα ωστόσο, με τον Sudhir Goel, στέλεχος της κυβέρνησης, η οποία φέρεται να προσυπέγραψε την προώθηση αυτής της μορφής γεωργίας, για τους θανάτους «δεν πρέπει να κατηγορούμε το BT Cotton. Δεν μπορούμε να ελέγξουμε τη διαφήμιση· άλλωστε, δεν παραπλανούν τους καταναλωτές. Αναφέρουν, όπως εξάλλου γράφεται και στη συσκευασία, ότι για να έχεις καλή απόδοση, πρέπει να έχεις ένα καλό χωράφι, που να διαθέτει καλό αρδευτικό σύστημα». Από την άλλη πλευρά, ο βαμβακοπαραγωγός Akki Ramulu, στο χωριό Mallapuran, έχει αντίθετη άποψη. Καλλιέργησε τον επίμαχο σπόρο σε 4 στρέμματα και περίμενε να έχει σοδειά 1.800 κιλά, όπως του είχε υποσχεθεί η εταιρεία.
Ωστόσο, η παραγωγή του μόλις που έφτασε τα 200 κιλά και το φυτό, που παλιά είχε 100 κάψουλες, τώρα είχε το πολύ 20 με 30. Στον ίδιο και στους συγχωριανούς του, οι πωλητές είχαν πει ότι δεν χρειάζονται καθόλου φυτοφάρμακα. «Τα ζωύφια δεν μπορούσαμε να τα ελέγξουμε ούτε με ζιζανιοκτόνα», δηλώνει στην Greenpeace. «Είναι αλήθεια ότι τους πρώτους τρεις μήνες δεν είδαμε καθόλου το κόκκινο σκουλήκι, όταν όμως μας επισκέφτηκε, δεν μπορούσαμε να το «μαζέψουμε»». Ο Akki ψέκασε πέντε φορές με κάθε είδους φυτοφάρμακο (ακόμα και τα απαγορευμένα στον δυτικό κόσμο, λόγω τοξικότητας, Monocrotophus και Endosulfan), αλλά διαπίστωσε ότι ήταν ανώφελο, και έτσι σταμάτησε. Σήμερα πια θεωρεί τον εαυτό του τον μεγάλο χαμένο. Υπολογίζει ότι ξόδεψε 12.000 ρουπίες, δηλαδή 188,64 ευρώ, και εισέπραξε μόλις 2.000 ρουπίες, δηλαδή 31,44 ευρώ.
«Παιχνίδι» εις βάρος των αγροτών
«Οταν η κυβέρνηση δεν ενδιαφέρεται να μας προστατέψει, εμείς πώς μπορούμε να αμυνθούμε;» αναρωτιέται ο εξαπατημένος αγρότης. Το μόνο μέτρο που η ινδική κυβέρνηση πήρε για να «σώσει» την κατάσταση ήταν η διαγραφή χρεών. «Ηταν, ωστόσο, ένα αμφιλεγόμενο μέτρο, αφού δεν συνυπολόγιζε τα χρέη σε τοκογλύφους, παρά μόνο στην τράπεζα. Παράλληλα, ίσχυσε μόνο για αγρότες που είχαν στην ιδιοκτησία τους συγκεκριμένα στρέμματα, χωρίς να λαμβάνει υπ' όψιν τις διαφορές από περιοχή σε περιοχή», εξηγεί ο P. Sainath. Εν ολίγοις, το μέτρο ανακούφισε ελάχιστους αγρότες. Το απόσταγμα της εμπειρίας τους με το BT Cotton είναι σημαντικό. Οπως παρατήρησαν οι χωρικοί στο Mallapuran, οι αντιπρόσωποι της εταιρείας τούς επισκέπτονταν τακτικά στην αρχή, με το που άρχισαν όμως τα προβλήματα, μεμιάς έγιναν άφαντοι. Τους υποσχέθηκαν αποζημίωση και έκπτωση στο σπόρο την επόμενη χρονιά, μόνο και μόνο για να αποφύγουν την κατά πρόσωπο αντιπαράθεση μαζί τους.
Οι αγοραστές βαμβακιού, από την άλλη, αρνούνταν να προμηθευτούν το μεταλλαγμένο βαμβάκι και έθεταν τον όρο να το αναμείξουν με άλλες ποικιλίες. Οι κάψες ή τα καρύδια του BT Cotton ήταν μικρότερα από τα συνηθισμένα και η ίνα κοντύτερη. Οι βαμβακοκαλλιεργητές αντιλήφθηκαν το «παιχνίδι» που παίχτηκε εις βάρος τους και αποφάσισαν την επόμενη χρονιά να μην το αγοράσουν. Χιλιάδες άλλοι συνάδελφοί τους, όμως, δεν είχαν δικαίωμα για «παραστρατήματα». Αθώοι και αδαείς, πίστεψαν τις υποσχέσεις, πήραν δάνεια, τα οποία δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν εξαιτίας της συνεχώς μικρότερης σοδειάς. Εισήλθαν σε έναν φαύλο κύκλο, από τον οποίο μόνο πεθαίνοντας μπόρεσαν να βγουν. «Για την κυβέρνηση είμαστε μυρμήγκια, είτε ζούμε είτε πεθάνουμε είναι το ίδιο», λέει με απογοήτευση ένας Ινδός αγρότης σε βίντεο στο YouTube, που έχει κάνει το γύρο του κόσμου. Και όλα αυτά, τη στιγμή που οι αυτοκτονίες γυναικών και αντρών συνεχίζονται στην Ινδία για χρέη ακόμα και 900 ευρώ...
Το «αμαρτωλό» Bt Cotton
Μπορεί η οικονομία της Ινδίας να αναπτύσσεται γοργά, αλλά η γεωργία είναι η... αχίλλειος πτέρνα της, καθώς εκατοντάδες εκατομμύρια αγροτών έπεσαν θύματα των Γ.Τ. σπόρων της Μoνσάντο. Πώς όμως ο «θαυματουργός» σπόρος τούς οδήγησε στην καταστροφή; Οι επιστήμονες εισήγαγαν στο προϊόν αυτό μια ουσία βακτηριακής προέλευσης, την Bacillus thuringiensis. Αρχικός «στόχος» ήταν το βαμβάκι να παράγει τη δική του τοξίνη, η οποία με τη σειρά της θα εξουδετέρωνε το κόκκινο σκουλήκι, τον υπ' αριθμόν ένα εχθρό της καλλιέργειας. Τα πράγματα, όμως, δεν πήγαν έτσι ακριβώς όπως υπολόγιζαν οι βιοτεχνολόγοι, καθώς το εν λόγω σκουλήκι αναπτύσσει συνεχώς μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Ταυτόχρονα, η εξουδετέρωσή τoυ απαιτεί συνεχώς νέα, διαφορετικής τεχνολογίας, παρασιτοκτόνα.
Παράλληλα, μια σειρά «εχθρών» του βαμβακιού συνεχίζουν να πλήττουν την παραγωγή ανενόχλητοι, ενώ οι πιθανότητες επιμόλυνσης (μέσω μελισσών ή άλλων εντόμων) δεν είναι αμελητέες. Kαι όπως απέδειξε το Ινστιτούτο Προστασίας Φυτών στην Κίνα, όπου και εκεί καλλιεργείται συστηματικά το BT Cotton, μόνο ύστερα από 12 ή 13 σοδειές η τοξίνη που παράγει ο καρπός εξασθενεί!
Αυτοί που πάνε κόντρα στο ρεύμα
Navdanya: «Πνευματικό παιδί» της Vandana Shiva, είναι ένα δίκτυο που προωθεί τη βιοποικιλότητα και προστατεύει τους καλλιεργητές. Οργανώνει τη διατήρηση και την ανταλλαγή σπόρων, υποστηρίζει τη βιολογική καλλιέργεια. Παράλληλα και σε συνεργασία με το Schumacher College της Μεγάλης Βρετανίας, λειτουργεί ένα εκπαιδευτικό κέντρο για αγρότες, το «Πανεπιστήμιο της Γης» (Earth College), που μέσω των σεμιναρίων του προσπαθεί να μυήσει τους συμμετέχοντες σε γεωργικές πρακτικές, φιλικές προς το περιβάλλον. Πληροφορίες: http://www.navdanya.org
Fair Trade: Αναγνωρίζει τη μεγάλη πτώση της τιμής πώλησης του βαμβακιού τα τελευταία είκοσι χρόνια (με αποκορύφωμα τη χρονιά 2001 - 2002), που προκαλεί σοβαρές κοινωνικές αναταράξεις σε αναπτυσσόμενες χώρες όπως η Ινδία. Από το 2004 η οργάνωση καθιέρωσε σταθερές τιμές πώλησης του προϊόντος, λαμβάνοντας υπ' όψιν τις επιμέρους συνθήκες καλλιέργειες και τις εν γένει ιδιαιτερότητες κάθε παραγωγού χώρας. Από το 2005, στην Ινδία οργανώθηκε η Agrocel Pure and Fair Cotton Grower's Association με συμμετοχή 20.000 αγροτών σε έξι πολιτείες της χώρας. «Δεν έχω μορφωθεί, θέλω όμως τα παιδιά μου να πάνε σχολείο. Χάρη στις τιμές της Fair Trade, μπορώ να το κάνω», λέει με ικανοποίηση ένας Ινδός βαμβακοπαραγωγός.
Η πανίσχυρη ΜΟΝΣΑΝΤΟ
Ο αμερικανικός γίγαντας της αγρο-βιοτεχνολογίας ελέγχει το 90% των γενετικώς τροποποιημένων φυτών και σπόρων, και κατέχει τα ρεκόρ βιομηχανικής μόλυνσης και μηνύσεων σε παγκόσμιο επίπεδο. Από το 1901, οπότε ιδρύθηκε στο St. Louis του Μιζούρι, δεν έχει σταματήσει να παράγει άκρως επικίνδυνα προϊόντα για την ανθρώπινη υγεία, τα οποία καταλήγουν να απαγορεύονται από δημόσιους φορείς, αφού προηγουμένως έχουν προκαλέσει σημαντικά προβλήματα.